Ο μαστός, η πηγή της πρώτης μας τροφής και το αιώνιο σύμβολο θηλυκότητας, ανέκαθεν βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής και των δυο φύλων. Είναι συνεπώς λογικό και αναμενόμενο η αυξητική στήθους (γνωστή και ως πλαστική στήθους, προσθετική στήθους ή αυξητική μαστού) να είναι διαχρονικά η δημοφιλέστερη αισθητική επέμβαση παγκοσμίως.
Η πρώτη αυξητική στήθους με ενθέματα σιλικόνης διενεργήθηκε στις Η.Π.Α. το 1963 από τους Πλαστικούς Χειρουργούς Thomas Cronin and Frank Gerow. Είχαν προηγηθεί αρκετές φιλόδοξες απόπειρες αύξησης του όγκου των μαστών. Είτε με μεταμόσχευση αυτόλογων λιπωμάτων των ίδιων των ασθενών στο στήθος τους, είτε με απλή, βιομηχανική σιλικόνη, είτε με τοπικούς κρημνούς, οι απόπειρες είχαν συνήθως πενιχρά αποτελέσματα.
Τα ενθέματα σιλικόνης ενοχοποιήθηκαν (εσφαλμένα) για συσχέτιση με αυτοάνοσα νοσήματα αλλά και τον καρκίνο μαστού κατά τις δεκαετίες μετά την πρώτη αυτή αυξητική. Το αποτέλεσμα ήταν το 1992 να απαγορευτεί εντελώς η χρήση τους στις Η.Π.Α. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα σιλικονούχα ενθέματα υπεβλήθησαν σε ενδελεχείς και επισταμένους αυστηρούς ελέγχους από την αρμόδια αρχή. Το Food and Drug Administration (FDA), απέδειξε πως είναι βιοσυμβατά με τον ανθρώπινο οργανισμό και συνεπώς η χρήση τους απολύτως ασφαλής. Έτσι, το 2006 επετράπει ξανά η χρήση τους.
Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη διάρκεια των 14 ετών της απαγόρευσης στις Η.Π.Α. η σιλικόνη αντικαταστάθηκε από τη χρήση ενθεμάτων φυσιολογικού ορού (τα οποία είναι εξίσου ασφαλή αλλά έχουν μικρότερη χρονικά διάρκεια ζωής). Στον υπόλοιπο κόσμο συνεχίστηκε κανονικά η χρήση των σιλικονούχων ενθεμάτων.
Στο παρελθόν η αυξητική μαστών έχει ταυτιστεί με την υπερβολή και τα αφύσικα αποτελέσματα.
Εντούτοις στις μέρες μας στόχος της αυξητικής μαστού είναι να έχει το φυσικότερο δυνατό αποτέλεσμα.

